1. Ο Τζακ και η Φασολιά

    Jack and the Beanstalk

  2. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια φτωχή χήρα που είχε έναν μοναχογιό που τον έλεγαν Τζακ.

    Once upon a time there was a poor widow who had an only son named Jack.

  3. Ήταν τόσο φτωχοί που μια μέρα έπρεπε να πουλήσουν την αγελάδα τους.

    They were so poor that one day they had to sell their cow.

  4. Η μητέρα του Τζακ τον έστειλε στην αγορά για να την πουλήσει.

    Jack's mother sent him to the market to sell her.

  5. Στον δρόμο ο Τζακ συνάντησε έναν γέρο που του έδωσε πέντε μαγικά φασόλια σε αντάλλαγμα για την αγελάδα.

    On the way, Jack met an old man who gave him five magic beans in exchange for the cow.

  6. Όταν ο Τζακ γύρισε στο σπίτι με τα φασόλια αντί για χρήματα, η μητέρα του θύμωσε πολύ.

    When Jack returned home with the beans instead of money, his mother became very angry.

  7. Πέταξε τα φασόλια έξω από το παράθυρο και έστειλε τον Τζακ για ύπνο χωρίς δείπνο.

    She threw the beans out of the window and sent Jack to bed without dinner.

  8. Το πρωί ο Τζακ κοίταξε έξω και είδε ότι τα φασόλια είχαν μεγαλώσει και είχαν γίνει μια τεράστια φασολιά.

    In the morning, Jack looked outside and saw that the beans had grown into a huge beanstalk.

  9. Έφτανε ψηλά και ακόμα πιο ψηλά, μακριά στον ουρανό.

    It reached high and even higher, far into the sky.

  10. Ο Τζακ σκαρφάλωσε στη φασολιά μέχρι την κορυφή, όπου βρήκε ένα μεγάλο κάστρο.

    Jack climbed the beanstalk all the way to the top, where he found a large castle.

  11. Εκεί ζούσε η γυναίκα ενός γίγαντα.

    An ogre's wife lived there.

  12. Ο Τζακ της ζήτησε λίγο φαγητό κι εκείνη του έδωσε καλόκαρδα ψωμί και γάλα.

    Jack asked her for some food, and she kindly gave him bread and milk.

  13. Αλλά σύντομα ο γίγαντας γύρισε στο σπίτι φωνάζοντας:

    But soon the ogre returned home, shouting:

  14. «Φι-φα-φο-φαμ! Μυρίζομαι αίμα Εγγλέζου!»

    "Fee-fi-fo-fum! I smell the blood of an Englishman!"

  15. Η γυναίκα έκρυψε τον Τζακ στον φούρνο.

    The woman hid Jack in the oven.

  16. Μετά το δείπνο του, ο γίγαντας μέτρησε τα χρυσά του νομίσματα και μετά αποκοιμήθηκε.

    After his dinner, the ogre counted his gold coins and then fell asleep.

  17. Ο Τζακ βγήκε κρυφά, άρπαξε ένα σακί με χρυσάφι και κατέβηκε τη φασολιά πηγαίνοντας στη μητέρα του.

    Jack crept out, grabbed a bag of gold, and climbed down the beanstalk to his mother.

  18. Το χρυσάφι δεν κράτησε για πάντα, έτσι ο Τζακ σκαρφάλωσε ξανά στη φασολιά.

    The gold did not last forever, so Jack climbed the beanstalk again.

  19. Αυτή τη φορά έκλεψε μια κότα που γεννούσε χρυσά αβγά.

    This time he stole a hen that laid golden eggs.

  20. Ο γίγαντας ξύπνησε και ούρλιαξε, αλλά ο Τζακ κατέβαινε ήδη τρέχοντας με τη μαγική κότα.

    The ogre woke up and roared, but Jack was already running down with the magic hen.

  21. Για τρίτη φορά ο Τζακ σκαρφάλωσε πάνω.

    For a third time, Jack climbed up.

  22. Κρύφτηκε στο κάστρο και περίμενε.

    He hid in the castle and waited.

  23. Αυτή τη φορά έκλεψε μια μαγική άρπα που τραγουδούσε μόνη της.

    This time he stole a magic harp that sang by itself.

  24. Αλλά η άρπα φώναξε:

    But the harp cried out:

  25. «Αφέντη! Αφέντη!»

    "Master! Master!"

  26. και ο γίγαντας ξύπνησε και καταδίωξε τον Τζακ μέχρι τη φασολιά.

    and the ogre woke up and chased Jack all the way to the beanstalk.

  27. Ο Τζακ γλίστρησε κάτω όσο πιο γρήγορα μπορούσε, φωνάζοντας:

    Jack slid down as fast as he could, shouting:

  28. «Μητέρα, φέρε μου ένα τσεκούρι!»

    "Mother, bring me an axe!"

  29. Μόλις έφτασε στο έδαφος, έκοψε τη φασολιά με όλη του τη δύναμη.

    As soon as he reached the ground, he chopped the beanstalk with all his might.

  30. Η μεγάλη φασολιά γκρεμίστηκε κάτω, και ο γίγαντας έπεσε μαζί της και δεν τον ξαναείδε κανείς.

    The great beanstalk came crashing down, and the ogre fell with it and was never seen again.

  31. Ο Τζακ και η μητέρα του ήταν τώρα πλούσιοι, με το σακί το χρυσάφι, την κότα που γεννούσε χρυσά αβγά και την άρπα που τραγουδούσε.

    Jack and his mother were now rich, with the bag of gold, the hen that laid golden eggs, and the singing harp.

  32. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

    And they lived happily ever after.